Gjorgiev: Η απόφαση Zaev, είναι συγχώρεση όχι λήθη

Gjorgiev: Η απόφαση Zaev, είναι συγχώρεση όχι λήθη

Ο ιστορικός Dragi Gjorgiev, Πρόεδρος της ομάδας της Βόρειας Μακεδονίας στην Κοινή Διεπιστημονική Επιτροπή Ιστορικών και Εκπαιδευτικών Ζητημάτων με τη Βουλγαρία, έκρινε στο πλαίσιο συνέντευξης που παραχώρησε στον τηλεοπτικό σταθμό “SITEL” ότι η πρόσφατη δήλωση του Πρωθυπουργού της χώρας, Zoran Zaev, περί διαγραφής του επιθετικού προσδιορισμού «βούλγαρος» από την έκφραση «φασίστας κατακτητής» στα μνημεία και στα σχολικά εγχειρίδια συνιστά μήνυμα προς τη Βουλγαρία ότι για την επίτευξη ιστορικής συμφιλίωσης μεταξύ των δύο λαών θα πρέπει να υπάρξει διάλογος.

«Όταν γίνεται λόγος για τις λεγόμενες πολιτικές μνήμης του παρελθόντος ενός έθνους, τότε για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με αυτή την πολιτική μνήμης, η οποία συνήθως καταλήγει σε αυτό που αναγράφεται στα μνημεία, και πώς αντιλαμβάνεται αυτό το παρελθόν η κοινή γνώμη, βλέποντας τα πράγματα με τα μάτια της πολιτικής, τότε είναι απαραίτητες πολλές συζητήσεις, συνομιλίες, χρειάζεται συναίνεση στην κοινή γνώμη για να ληφθεί κάποια απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον θα παρουσιαστεί κάποιο γεγονός ή πρόσωπο του παρελθόντος. Δεν βλέπω τη δήλωση αυτή του Πρωθυπουργού μας ως μία δήλωση που θα εφαρμοστεί άμεσα και βάσει της οποίας αύριο κιόλας θα ξεκινήσει στο πεδίο η διαγραφή κάποιων επιθετικών προσδιορισμών από αυτά που έχουν μέχρι τώρα καθιερωθεί. Βλέπω περισσότερο αυτή τη δήλωση ως μία προσπάθεια, ένα μήνυμα προς την άλλη πλευρά, ότι όσον αφορά στην ιστορική συμφιλίωση μεταξύ του μακεδονικού (sic) και του βουλγαρικού λαού θα πρέπει να υπάρξει διάλογος, θα πρέπει να συζητηθούν όλα τα επώδυνα θέματα που υπάρχουν μεταξύ μας και ότι αυτή είναι η λύση για να επιτευχθεί συμφιλίωση», ανέφερε ο Gjorgiev.

Απαντώντας στην ερώτηση εάν αυτό σημαίνει συγχώρεση, δίχως ωστόσο να ξεχάσουμε, ο Gjorgiev τόνισε ότι αυτές είναι οι πλέον κατάλληλες λέξεις: «συγχώρεση, όχι όμως λήθη».

Όσον αφορά στο εάν υπάρχει αντίδραση είτε απήχηση εκ μέρους της βουλγαρικής πλευράς, ο Gjorgiev υπογράμμισε ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος, διότι μέχρι τώρα όλες οι προσπάθειες της Επιτροπής και της πολιτικής της χώρας, με στόχο την επίτευξη κάποιας θετικής απάντησης εκ μέρους της βουλγαρικής πλευράς, προσέκρουσαν σε ένα πολύ συμπαγή τοίχο.

«Γι’ αυτό και μια τέτοια δήλωση, μία τέτοια προσπάθεια θα έλεγα του Πρωθυπουργού να παροτρύνει κατά κάποιον τρόπο σε ένα τέτοιο διάλογο μεταξύ των δύο πλευρών προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη μας, διότι από την άλλη πλευρά δεν έχουμε ακούσει τίποτα άλλο εκτός από μία ανοιχτή άρνηση της ιστορίας μας, της ταυτότητά μας, της μακεδονικής (sic) γλώσσας. Σε αυτό αντέδρασε η κοινή γνώμη», έκρινε ο Gjorgiev.

Ο ίδιος σημείωσε ότι επ’ αυτού του θέματος δεν υπήρξαν επίσημες συνομιλίες μεταξύ των μελών των δύο ομάδων στην Επιτροπή, ωστόσο, ενίοτε, στα διαλείμματα, συνέβαινε να θιχτεί αυτό το θέμα. Το κύριο πρόβλημα, κατά τον ίδιο, «είναι το ότι στη βουλγαρική ιστοριογραφία και στην αντίληψη του μακεδονικού παρελθόντος της, κυριαρχεί η άποψη ότι η Μακεδονία ιστορικά είναι βουλγαρική χώρα».

«Αυτό υπάρχει και στα σχολικά εγχειρίδια στη Βουλγαρία και εμείς το επισημάναμε και το δώσαμε ως παρατήρηση, ως κάτι που πρέπει να αλλάξει και να τροποποιηθεί στα σχολικά εγχειρίδια στη Βουλγαρία. Από εδώ προκύπτει η θέση και της βουλγαρικής ιστοριογραφίας και της πολιτικής ότι η Βουλγαρία δεν μπορεί να είναι κατακτητής μιας χώρας, η οποία, σύμφωνα με την άποψή τους για το παρελθόν, ιστορικά είναι βουλγαρική χώρα. Γι’ αυτό αυτοί έβλεπαν τον εαυτό τους είτε ως απελευθερωτές αυτής της επικράτειας -βουλγαρικής κατά τους ίδιους- είτε ως διαχειριστές. Γι’ αυτό ο όρος κατακτητής για τους ίδιους είναι μία οδυνηρή λέξη που δεν μπορούν να αποδεχτούν», σημείωσε επίσης ο Gjorgiev.

Σχετικά με το σημερινό καθεστώς της Επιτροπής, ο Gjorgiev ανέφερε ότι η ομάδα στην Επιτροπή έλαβε εντολή από την κυβέρνηση (της Βόρειας Μακεδονίας) το 2018 και ότι η εντολή αυτή δεν έχει ακόμη αποσυρθεί, ωστόσο από επίσημη νομική άποψη η Επιτροπή βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας λόγω ανανέωσης των συμφωνιών που ουσιαστικά διαρκούν ήδη τέσσερα χρόνια./ibna