Το παράδοξο της “εποχής Merkel” στα Δυτικά Βαλκάνια

Το παράδοξο της “εποχής Merkel” στα Δυτικά Βαλκάνια

Ditmir Bushati*

Σε λίγες ημέρες οι Γερμανοί θα προσέλθουν στις κάλπες για να αποφασίσουν για τη νέα σύνθεση της Bundestag. Για πρώτη φορά από το 1949, η καγκελάριος δεν επιδιώκει επανεκλογή. Θα αποσυρθεί μετά από 16 χρόνια. Μέχρι στιγμής, αυτή είναι η μόνη σίγουρη είδηση. Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ένα αίνιγμα, καθώς η εκλογική αριθμητική με βάση τις δημοσκοπήσεις είναι ποικιλόμορφη και δεν αποκλείει κάθε πιθανό συνασπισμό για τη διακυβέρνηση της χώρας. Είναι ενδιαφέρον ότι περίπου το 50% των Γερμανών ψήφισε εκ των προτέρων με επιστολική ψήφο. Ο αριθμός των αναποφάσιστων είναι υψηλός. Εν τω μεταξύ, αναμένεται ότι η πλειοψηφία των τριών εκατομμυρίων ψηφοφόρων που ψηφίζουν για πρώτη φορά κλίνει προς τους Πράσινους.

Εξεταζόμενο σε αυτό το πλαίσιο, είναι δύσκολο να προβλεφθεί αν οι βουλευτικές εκλογές στη Γερμανία θα εξασφαλίσουν τη συνέχεια ή την αλλαγή στην “εποχή Merkel”. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, σε διεθνές επίπεδο, η επόμενη κυβέρνηση πρέπει να αντιμετωπίσει την επείγουσα πρόκληση της γεωπολιτικής περιθωριοποίησης που αντιμετωπίζει η ΕΕ, στο πλαίσιο ενός ολοένα και περισσότερο μηδενικού πολικού κόσμου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Merkel οικοδόμησε μια εντυπωσιακή δημόσια υποστήριξη στη Γερμανία και μια αδιαμφισβήτητη φήμη στη διεθνή σκηνή, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής μας. Το πολιτικό της στυλ και οι αποφάσεις της αντανακλούν τις σημαντικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στη γερμανική κοινωνία και πολιτική, καθώς και τη συντριπτική επιθυμία της να διατηρήσει το status quo όσο το δυνατόν περισσότερο, αποφεύγοντας τις δραστικές αλλαγές.

Χάρη στην άσκηση της “ήπιας ισχύος”, η Merkel κατάφερε να ηγηθεί της ΕΕ σε δύσκολους καιρούς, αντιμετωπίζοντας την οικονομική κρίση που εμβάθυνε το αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ βόρειας και νότιας Ευρώπης- την προσφυγική κρίση και τις συγκρούσεις για το κράτος δικαίου εντός της ΕΕ, οι οποίες βάθυναν τη διαίρεση από άποψη αξιών μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ευρώπης, τις απειλές ασφάλειας στην ανατολική Ευρώπη ως αποτέλεσμα των ενεργειών της Ρωσίας και εκείνες στο νότο της ηπείρου λόγω της τρομοκρατίας και του βίαιου εξτρεμισμού- το BREXIT- τις διατλαντικές ρωγμές, οι οποίες ήρθαν στην επιφάνεια με την κυβέρνηση του προέδρου Trump, και την πανδημία.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να διατηρήσει τη συνοχή εντός της ΕΕ, η Merkel χρειάστηκε να ανεχθεί τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση που παρατηρήθηκε σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ ή τα εθνικιστικά κύματα που έβλαψαν το σώμα των αξιών και των ελευθεριών πάνω στο οποίο στέκεται η ΕΕ. Η κατάσταση στο εσωτερικό της ΕΕ προβάλλεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στα Δυτικά Βαλκάνια, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως η πίσω αυλή της.

Στο πλαίσιο αυτό, η αποχώρηση της Angela Merkel από την πολιτική σκηνή συνοδεύεται φυσικά από αβεβαιότητα όχι μόνο για τη Γερμανία και την Ευρώπη, αλλά και για το ευρωπαϊκό μέλλον της περιοχής μας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η καγκελάριος Merkel, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι η πιο ενδιαφερόμενη ηγέτης και με το πιο πλήρες επίπεδο κατανόησης για τα Δυτικά Βαλκάνια. Οι κατά καιρούς επισκέψεις της στην περιοχή, τα μηνύματά της ακόμη και κατά την αποχαιρετιστήρια επίσκεψή της στο Βελιγράδι και τα Τίρανα, οι πρωτοβουλίες που παρουσίασε και υποστήριξε για την περιοχή, επιβεβαιώνουν τη σημασία που αποδίδει η Γερμανία στην ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ, αν και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η περιοχή δεν βρίσκεται στον κατάλογο των κορυφαίων προτεραιοτήτων της Γερμανίας.

Το 2005, λίγο πριν εκλεγεί καγκελάριος της Γερμανίας, η Angela Merkel θα δηλώσει σε συνέντευξή της στην Frankfurter Allgemeine Zeitung ότι “με την τρέχουσα πολιτική διεύρυνσης, η ΕΕ έχει φτάσει στα όρια της ικανότητάς της να ενσωματώσει νέα μέλη”, ζητώντας μια φάση εξυγίανσης για την ΕΕ πριν σκεφτεί νέα μέλη.

Το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε στη στρατηγική διεύρυνσης του Νοεμβρίου 2006, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισήγαγε για πρώτη φορά κριτήρια αναφοράς ως εργαλείο για τη βελτίωση και την παρακολούθηση της ποιότητας των μεταρρυθμίσεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσχώρησης. Αναπόσπαστο μέρος αυτής της στρατηγικής ήταν η ειδική έκθεση σχετικά με την ικανότητα της ΕΕ να δεχθεί νέα μέλη, τονίζοντας ότι η διεύρυνση δεν πρέπει να εμποδίζει την ικανότητα της ΕΕ να εμβαθύνει τη διαδικασία ολοκλήρωσης και να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των θεσμικών της οργάνων.

Για πρώτη φορά στο διαπραγματευτικό πλαίσιο του 2005 για την Κροατία και την Τουρκία, εισήχθη ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, το κεφάλαιο 23 – Δικαστικό σύστημα και θεμελιώδη δικαιώματα, το οποίο μαζί με το κεφάλαιο 24 – Δικαιοσύνη, ελευθερία και ασφάλεια, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σχετίζονται με το κράτος δικαίου, κυρίως τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης, την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς. Με τον τρόπο αυτό, η εισαγωγή των κριτηρίων αναφοράς και του κεφαλαίου 23 αποδείχθηκε αποτελεσματική για την Κροατία, η οποία έγινε η πρώτη χώρα που αντιμετώπισε τη νέα προσέγγιση και ολοκλήρωσε με επιτυχία τις διαπραγματεύσεις και τη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ.

Η σημασία των κεφαλαίων 23 και 24 ενισχύθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη στρατηγική διεύρυνσης του 2011, η οποία πρότεινε μια νέα προσέγγιση για την ιεράρχηση των μεταρρυθμίσεων στον τομέα του κράτους δικαίου. Τα ζητήματα του κράτους δικαίου θεωρήθηκαν προτεραιότητα και αποφασίστηκε ότι τα κεφάλαια 23 και 24 θα πρέπει να ανοίξουν πρώτα και να κλείσουν τελευταία, συνοδεύοντας ολόκληρη τη διαδικασία ένταξης.

Το Μαυροβούνιο ήταν η πρώτη χώρα που ξεκίνησε συνομιλίες με βάση αυτή τη νέα προσέγγιση. Στην περίπτωση της Σερβίας, λόγω της επιμονής της Γερμανίας, η ΕΕ συμπεριέλαβε στο διαπραγματευτικό πλαίσιο στοιχεία που αφορούσαν την εξομάλυνση των σχέσεων με το Κοσσυφοπέδιο. Κατά συνέπεια, οι συνομιλίες ξεκίνησαν με το κεφάλαιο 35, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων Σερβίας-Κοσόβου, την οποία θα ακολουθούσε η αμοιβαία αναγνώριση. Στην περίπτωση της Αλβανίας, η μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης θα αποτελούσε προϋπόθεση για την έναρξη των συνομιλιών για την ένταξη στην ΕΕ.

Με σιωπηλό τρόπο, η ΕΕ, κατόπιν επιμονής ορισμένων κρατών μελών που υποστηρίχθηκαν από τη Γερμανία, “καθιέρωσε” μια άγραφη πρακτική σύμφωνα με την οποία δεν θα μπορούσαν να ανοίξουν περισσότερα από δύο κεφάλαια κατά τη διάρκεια μιας εξάμηνης προεδρίας. Από την άλλη πλευρά, η Γαλλία, για εσωτερικούς κυρίως λόγους, απαίτησε την αναθεώρηση της διαδικασίας διεύρυνσης, καθιστώντας τη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ ακόμη πιο εξαρτημένη, μη αυτόματη και σχεδόν διαφορετική σε στάδια και απαιτήσεις από ό,τι πέρασαν οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Έτσι, η όλη διαδικασία ένταξης των χωρών της περιοχής στην ΕΕ σταμάτησε. Η πιο κραυγαλέα είναι η περίπτωση της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας. Παρόλο που πληρούν τις προδιαγραφές για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων από τον Ιούνιο του 2018, δεν τις έχουν ακόμη ξεκινήσει. Το Κοσσυφοπέδιο, αν και εκπληρώνει εδώ και χρόνια τις μεταρρυθμίσεις που σχετίζονται με τη διαδικασία απελευθέρωσης των θεωρήσεων, εξακολουθεί να είναι απομονωμένο. Μια τέτοια κατάσταση εγείρει δικαίως ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία της διαδικασίας διεύρυνσης και καλλιεργεί τα ένστικτα του παρελθόντος, κρατώντας σε ομηρία το μέλλον της περιοχής.

Προκειμένου να μην αφήσει την περιοχή κάτω από τις συνέπειες της ύφεσης που θα μπορούσε να επιφέρει η έλλειψη συγκεκριμενοποίησης της διαδικασίας διεύρυνσης, η Γερμανίδα καγκελάριος ανακοίνωσε το 2014 τη “Διαδικασία του Βερολίνου”, ως μια ευκαιρία για την επαναπροσέγγιση της ΕΕ με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, σε μια εποχή που η ίδια η ΕΕ επικεντρωνόταν περισσότερο στην αντιμετώπιση των εσωτερικών κρίσεων και όπου το γεωπολιτικό πλαίσιο με την κρίση στην Ουκρανία είχε εξελιχθεί σημαντικά.

Εκείνη την εποχή επικρατούσε ο φόβος ότι η Διαδικασία του Βερολίνου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της διαδικασίας ένταξης στην ΕΕ. Η Γερμανία από τη μία πλευρά και οι χώρες της περιοχής από την άλλη, επέμεναν ότι για την περιοχή δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από την ένταξη στην ΕΕ. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Διαδικασία του Βερολίνου άλλαξε κάπως τη ρουτίνα της μορφής της διεύρυνσης και έδωσε έμφαση στη συνολική περιφερειακή συνεργασία με την υπογραφή της δήλωσης για την αντιμετώπιση των διμερών διαφορών και των ζητημάτων ολοκλήρωσης της κρατικής υπόστασης, με την ίδρυση του Περιφερειακού Γραφείου Συνεργασίας Νέων με βάση το γαλλογερμανικό μοντέλο, της Γραμματείας των Εμπορικών Επιμελητηρίων των έξι χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και της Περιφερειακής Οικονομικής Ζώνης, προωθώντας έτσι τις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών φορέων.

Παράλληλα, η Διαδικασία του Βερολίνου υιοθέτησε την ατζέντα της περιφερειακής συνδεσιμότητας μεταξύ των χωρών της περιοχής και της ΕΕ, προκειμένου να μειωθεί το αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ των Δυτικών Βαλκανίων και της ΕΕ. Μέσω αυτής της διαδικασίας, τα Δυτικά Βαλκάνια τοποθετήθηκαν στον ευρωπαϊκό χάρτη των μεταφορών και της ενέργειας, αν και ακόμη χωρίς απτά έργα για τους πολίτες της περιοχής και χωρίς σύνδεση με τους γείτονες της ΕΕ.

Επίσης, στη Στρατηγική Διεύρυνσης 2018 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία υποστηρίχθηκε από τους ηγέτες των κρατών μελών της ΕΕ και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στη Σύνοδο Κορυφής της Σόφιας, περιεγράφηκαν 6 εμβληματικές πρωτοβουλίες, όπως: μεταφορές, ενεργειακή διασύνδεση, ψηφιακή ατζέντα, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, κράτος δικαίου και ασφάλεια και μετανάστευση, προκειμένου να ενισχυθεί η διατομεακή συνεργασία.

Επτά χρόνια μετά την εισαγωγή αυτής της πρωτοβουλίας, μπορεί να ειπωθεί ότι απέχει πολύ από τις αρχικές προσδοκίες, όπως ακριβώς και η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ.

Πρώτον, η διαδικασία απέτυχε να μετριάσει τις διμερείς διαφορές ή τα ζητήματα ολοκλήρωσης της κρατικής υπόστασης, τα οποία εμποδίζουν τις δυνατότητες των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων για βαθύτερη συνεργασία, η οποία θα μεταφραζόταν σε μεγαλύτερη ευημερία και οικονομική ανάπτυξη. Αντιθέτως, στην περιοχή υπήρξαν τάσεις και προσπάθειες επιστροφής στις παλιές ιδέες που έδιναν προτεραιότητα στα εδάφη έναντι των ανθρώπων, αναθεώρηση της ιστορίας, άρνηση της γενοκτονίας και των βάρβαρων εγκλημάτων πολέμου, συγχώνευση της θρησκείας με το έθνος ως διαιρετικό και εξουσιαστικό εργαλείο σε βάρος των γειτόνων. Στην ανατροπή αυτών των προσπαθειών, ο ρόλος της καγκελαρίου και της Γερμανίας είναι αναντικατάστατος.

Δεύτερον, η διαδικασία απέτυχε να κινητοποιήσει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για την αντιμετώπιση του υφιστάμενου χάσματος μεταξύ των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και εκείνων της ΕΕ που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην περιφερειακή συνδεσιμότητα. Για παράδειγμα, για τον δημοσιονομικό κύκλο 2021-2027, ο οποίος αντικατοπτρίζεται στο Οικονομικό Επενδυτικό Σχέδιο για τα Δυτικά Βαλκάνια, τα κράτη μέλη της ΕΕ που περιβάλλουν την περιοχή μας λαμβάνουν 11 φορές μεγαλύτερη κατά κεφαλήν χρηματοδότηση από ό,τι οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Αυτό αυξάνει την απαισιοδοξία των πολιτών της περιοχής και οδηγεί στην απώλεια της εμπιστοσύνης στην οικοδόμηση μιας αναπτυξιακής προοπτικής. Για να το θέσουμε ευθέως, οι πολίτες δεν χορταίνουν με κεφάλαια, αμέτρητες γραφειοκρατικές διαδικασίες ή διακυβερνητικές διασκέψεις. Πρέπει να αγκαλιάσουν συγκεκριμένα την ανάπτυξη και να γίνουν έτσι φορείς του ριζικού μετασχηματισμού των κοινωνιών μας.

Τρίτον, η διαδικασία δεν παρείχε μέσα που θα βελτίωναν το σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο βασίζεται στο κράτος δικαίου, ούτε την κυριότητα των μεταρρυθμίσεων στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Είναι σαφές ότι οι κοινωνίες μας παραμένουν ουσιαστικά κοινωνίες με εύθραυστους, δυσλειτουργικούς θεσμούς και όπου η κύρια μάχη δεν είναι τόσο με την επιρροή τρίτων παραγόντων όσο με τις μεταστάσεις του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς που διαβρώνουν τα θεμέλια της κοινωνίας και τους κανόνες της δημοκρατικής συνύπαρξης .

Τέταρτον, αν και διακυβερνητική πλατφόρμα, η Διαδικασία του Βερολίνου δεν διαθέτει θεσμούς και σαφώς καθορισμένο προϋπολογισμό για την τήρηση των δεσμεύσεων που θα μείωναν την εξάρτηση ορισμένων χωρών της περιοχής από τρίτους παράγοντες που στοχεύουν στην διατήρηση του status quo.

Πέμπτον, το “μενού” της διαδικασίας έχει χάσει κάπως την αρχική του εστίαση, αποτυγχάνοντας να αντιμετωπίσει τις τρεις θεμελιώδεις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χώρες της περιοχής: (i) δημοκρατία- (ii) βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη- (iii) δημογραφική απειλή.

Αυτό είναι το παράδοξο της “εποχής Merkel” στην περιοχή. Παρουσία και κατανόηση ασύγκριτη με οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ανεπαρκή αποτελέσματα, καθώς η ένταξη των έξι χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ θα αποτελούσε ένα βήμα προς την επίτευξη της οριστικοποίησης της ΕΕ που συνεπάγεται την εδραίωση του σχεδίου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σε έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο με όρια που ορίζονται σε ηπειρωτικό επίπεδο.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πολίτες πιστεύουν στη Γερμανία και επιδιώκουν μεγαλύτερο ρόλο της στην ΕΕ. Οι έρευνες που διεξήχθησαν στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων επιβεβαιώνουν επίσης την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Γερμανία και τις προσδοκίες για μεγαλύτερη εμπλοκή της.

Το θέμα της μεγαλύτερης εμπλοκής της Γερμανίας στη διεθνή σκηνή είναι ένα διαρκώς επίκαιρο θέμα στα ερευνητικά κέντρα και στα θεσμικά όργανα λήψης αποφάσεων. Την περίοδο 2012-2013 υλοποιήθηκε στη Γερμανία από το Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας, με τη συμμετοχή ενός ευρέος δικτύου εμπειρογνωμόνων, ένα έργο που αφορούσε τα στρατηγικά στοιχεία της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Η στρατηγική ανάλυση έδειξε ότι “η γερμανική ισχύς επιβάλλει τον επαναπροσδιορισμό της γερμανικής θέσης στις διεθνείς σχέσεις” και ότι “η Γερμανία οφείλει την ισχύ και την ευημερία της πάνω απ’ όλα στην παγκόσμια οικονομική επέκταση, επομένως πρέπει να ενεργεί ενεργά σε παγκόσμιο επίπεδο”.

Η θέση αυτή υποστηρίζεται επίσης από έναν από τους πιο δραστήριους υπουργούς Εξωτερικών, τον Joschka Fischer, ο οποίος θεωρεί ότι τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας συνδέονται με μια ισχυρή και επιτυχημένη ΕΕ. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Γερμανία πρέπει να ξεπεράσει τα τραύματα του παρελθόντος και να θέσει τη δύναμή της στη λειτουργία της δημιουργίας μιας ισχυρής Ευρώπης υπό την ηγεσία της.

Επομένως, το δίλημμα που πρέπει να απαντηθεί μετά την αποχώρηση της Angela Merkel από την πολιτική σκηνή είναι αν, προκειμένου να ανταποκριθεί δεόντως στον ρόλο του Ευρωπαίου ηγέτη, να εδραιώσει το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και να ενισχύσει τον διατλαντικό δεσμό, το Βερολίνο θα πρέπει να επανεξετάσει εκείνες τις αρχές του Μέρκελισμού που έκαναν τους Ευρωπαίους και τους λαούς της περιοχής μας να εναποθέσουν δικαίως τις ελπίδες τους στη Γερμανία./ibna

Ditmir Bushati είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών της Αλβανίας