Αρνητικά σημεία στην ελληνική οικονομία

Αρνητικά σημεία στην ελληνική οικονομία

Αυξάνονται τα αρνητικά σημάδια στην ελληνική οικονομία, κυρίως σε ό,τι αφορά το περιβάλλον που έχει δημιουργήσει για τους εργαζομένους η νομοθεσία της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Κοντά σε αυτό έρχονται και κάποια μακροοικονομικά στοιχεία για να δείξουν ότι έχουν προκύψει διάφορα ζητήματα. Η απώλεια περί των 174.000 θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τη Ν.Δ. είναι ενδεικτική της απορρύθμισης στην αγορά εργασίας, μετά τους νόμους που πέρασε η κυβέρνηση.

«Ψαλίδι» στις επενδύσεις

Παράλληλα, σε μια ακόμη μετεκλογική ανακολουθία των προεκλογικών της δεσμεύσεων, η κυβέρνηση της Ν.Δ. πετσόκοψε τις δημόσιες επενδύσεις, αφού επί των ημερών της καταγράφηκε χαμηλό εικοσαετίας. Ουσιαστικά έδωσε συνολικά 750 εκατομμύρια ευρώ λιγότερες δαπάνες σε σχέση με το 2018, καθώς το δεύτερο εξάμηνο του 2019 αντιστράφηκε πλήρως η πολύ καλή πορεία του πρώτου εξαμήνου. Εν τω μεταξύ, συρρίκνωσε το κοινωνικό μέρισμα και αντί για 1 δισ. ευρώ, που δόθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ το 2018, φέτος απέδωσε μόνο κάτι περισσότερο από 200 εκατομμύρια ευρώ. Το αρνητικό αποτέλεσμα φάνηκε αμέσως στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, καθότι δεν κινήθηκε η αγορά κατά την περίοδο των εορτών, δημιουργώντας προβλήματα στην κατανάλωση.

Σε πτώση ο τζίρος

Μειωμένος ήταν ο εορταστικός τζίρος για μία στις δύο ελληνικές επιχειρήσεις. Αυτό προκύπτει από την καθιερωμένη περιοδική έρευνα που πραγματοποίησε για την κίνηση της αγοράς κατά την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων 2019 και της Πρωτοχρονιάς 2020 το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ), επίσημο επιστημονικό όργανο της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ).

Σημειώνεται εν προκειμένω ότι ο τζίρος αυτής της περιόδου αντιστοιχεί σε ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό επί του ετήσιου κύκλου εργασιών πολλών επιχειρήσεων. Τα βασικά συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από την έρευνα έχουν ως εξής: Καθηλώθηκε σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με πέρυσι ο χριστουγεννιάτικος τζίρος για τις μισές επιχειρήσεις (49%), επίδοση παρόμοια της αντίστοιχης περυσινής έρευνας (51%). Δύο κλάδοι που επλήγησαν περισσότερο είναι ένδυση/υπόδηση και βιβλία, αθλητικός εξοπλισμός, παιχνίδια, καλλυντικά, άνθη-φυτά, ενώ των τροφίμων/ποτών είχε σχετικά τις μικρότερες απώλειες, με τα super markets να καταγράφουν μικρή αύξηση (1,5%). Αύξηση πωλήσεων κατέγραψε μόλις το 17% των επιχειρήσεων. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό ενισχύεται στο 21%, για τις μεγαλύτερες, με όρους τζίρου, επιχειρήσεις./ibna