OHR και EUSR προειδοποιούν για τη συνεχιζόμενες διάκρισεις στη Β-Ε

OHR και EUSR προειδοποιούν για τη συνεχιζόμενες διάκρισεις στη Β-Ε

Στις 22 Δεκεμβρίου 2009, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) έκρινε ότι το Σύνταγμα και οι εκλογικοί νόμοι της Β-Ε εισάγουν διακρίσεις σχετικά με την υπόθεση ορόσημο Sejdić και Finci εναντίον Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, αυτοί οι νόμοι εμποδίζουν τους πολίτες που δεν ανήκουν στην κατηγορία των «λαών της εκλογικής περιφέρειας» να εκλέξουν την Προεδρία της Β-Ε και τη Βουλή των Λαών της Β-Ε.

Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Διεθνούς κοινότητας στη Β-Ε, Valentin Inzko, δήλωσε ότι η ουσία της απόφασης του ΕΔΑΔ είναι σαφής: Όλοι οι πολίτες της Β-Ε πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα.

«Αυτή δεν είναι μια ριζοσπαστική ιδέα, είναι ο τρόπος λειτουργίας των κανονικών δημοκρατιών. Οι διακρίσεις με βάση την εθνοτική καταγωγή ενός ατόμου είναι μια μορφή φυλετικών διακρίσεων και ιδιαίτερα έντονες. Στην απόφασή του, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση αποκλειστικά βάσει ή σε αποφασιστική έκταση στην εθνοτική καταγωγή ενός ατόμου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία βασισμένη στις αρχές του πλουραλισμού και του σεβασμού των διαφορετικών πολιτισμών».

Τόνισε ότι με την απόφαση του ΕΔΑΔ διατάχθηκαν οι αρχές της Β-Ε να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να προασπίσουν τα δικαιώματα των πολιτών και να τερματίσουν αποτελεσματικά τις διακρίσεις με βάση φυλετικούς και εθνοτικούς λόγους. Εντούτοις, δέκα χρόνια μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η διακριτική μεταχείριση συνεχίζεται, καθώς η απόφαση δεν έχει εφαρμοστεί.

«Η Συμφωνία του Ντέιτον στο Παράρτημα 4, που είναι το Σύνταγμα αυτής της χώρας, αναφέρει ότι η Βοσνία-Ερζεγοβίνη θα είναι δημοκρατικό κράτος, το οποίο θα λειτουργεί σύμφωνα με το κράτος δικαίου και ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και τα Πρωτόκολλά της ισχύουν άμεσα στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων νόμων. Έχοντας αυτό κατά νου, είναι πλέον καιρός να προσφέρουμε ίση μεταχείριση σε όλους τους πολίτες της Β-Ε όπως προβλέπεται και από την Οικουμενική Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα», επισημαίνει ο Inzko.

Ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της ΕΕ και ειδικός εντεταλμένος της ΕΕ στη Β-Ε, Johann Sattler, έγραψε στο blog του ότι «δεν υπάρχει τέλεια χώρα».

«Καμία χώρα δεν είναι τέλεια, αλλά η αποτίμηση της ελευθερίας του κάθε ατόμου να κάνει μια επιλογή για τον εαυτό του και η δημιουργία ευκαιριών για να μετατραπούν αυτές οι επιλογές σε πραγματικές είναι αυτό που κάθε υποψήφιο κράτος μέλος της ΕΕ πρέπει να κάνει. Με άλλα λόγια, αν ένας Εβραίος ή Ρομά ή οποιοσδήποτε άλλος πολίτης θέλει να κάνει επιλογή σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της ΕΕ, πρέπει να είναι σε θέση να το πράξει. Κάποιοι μπορεί να προσπαθήσουν να βρουν δικαιολογίες για το γιατί δέκα χρόνια δεν ήταν αρκετό για τους πολιτικούς της χώρας να βρουν μια λύση που θα προστατεύει και θα επιβεβαιώνει τα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα όλων των πολιτών της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Η Ειρηνευτική Συμφωνία του Ντέιτον σταμάτησε έναν από τους πιο αιματηρούς πολέμους στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά δεν νομίζω ότι οι ελλείψεις της επρόκειτο να παραμείνουν ανεπίλυτες. Η ανοικοδόμηση μιας μακροχρόνιας ειρήνης είναι να ξεπεράσουμε και να αμφισβητήσουμε την οπισθοδρομική αφήγηση του παρελθόντος. Για αρχή, διασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματά σας δεν μειώνονται κάτω από το πρόσχημα της προστασίας κάποιου άλλου», δήλωσε ο Sattler.

Δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια των ετών, άκουσε δεκάδες λόγους για τους οποίους η εφαρμογή της απόφασης Sejdić – Finci είναι υπερβολικά πολύπλοκη ή και αδύνατη.

«Ανεξάρτητα, πρέπει απλώς να γίνει για να διασφαλιστεί ότι η χώρα προστατεύει τις ατομικές ελευθερίες και παρέχει μόνο θεμελιώδεις αρχές. Αποτελεί επίσης μια δεσμευτική διεθνή υποχρέωση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και μία από τις προτεραιότητες που προσδιορίζονται στη γνωμοδότηση της ΕΚ σχετικά με την αίτησή της για ένταξη στην ΕΕ. Τα πολιτικά εμπόδια, οι πρακτικές δυσκολίες ή ακόμη και η έλλειψη χρηματοδότησης δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την μη εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΑΔ», κατέληξε ο Sattler./Ibna