Οικονομική διπλωματία και εξωτερική πολιτική

Οικονομική διπλωματία και εξωτερική πολιτική

Είθισται στις διεθνείς συναντήσεις ο εκάστοτε Έλληνας πρωθυπουργός να βάζει τα θέματα που απασχολούν την χώρα, αν και όχι κατ ανάγκη υπό την μορφή διατύπωσης αιτημάτων.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ακολούθησε αυτό τον κανόνα στις συναντήσεις του σε Παρίσι, Βερολίνο και Χάγη. Υπό το μότο “η Ελλάδα δεν είναι χώρα επαίτης”, πήγε σε τρεις σημαντικές πρωτεύουσες -οι δύο πρώτες πέραν αμφιβολίας-, προκειμένου να υποβάλλει τα διαπιστευτήριά του ως νέος πρωθυπουργός και να τους καθησυχάσει ότι μαζί του δεν θα έχουν τα προβλήματα που είχαν με τους προηγούμενους. Γιατί φυσικά δεν ήταν μόνο ο Αλέξης Τσίπρα που έθετε ζητήματα και διεκδικούσε προσπαθώντας με πολιτική διαπραγμάτευση να ξεπεράσει τις εμπλοκές με τους Θεσμούς. Το ίδιο έκανε και ο Αντώνης Σαμαράς, με κορυφαίο παράδειγμα την τελευταία επίσκεψή του στο Βερολίνο όπου αντί για πράσινο φως από την Merkel πήρε βαθύ κόκκινο και οδηγήθηκε στην πτώση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πεδίο των δημοσιονομικών υποχρεώσεων ακολουθεί αντίθετη τακτική. Περιορίζει τα θέματα στο επίπεδο των θεσμών. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε σε μία από τις επισκέψεις του απάντησε ότι “είδαμε που κατέληξε η διαπραγμάτευση των προηγούμενων”.

Ο  κ. Μητσοτάκης όμως αποφεύγει να θέσει και τα εθνικά θέματα. Όχι μόνο το “Μακεδονικό”, στο οποίο αν επαναλάβει τις θέσεις με τις οποίες έγινε πρωθυπουργός θα ακυρώσει το όποιο προφίλ φιλελεύθερου μεταρρυθμιστή προσπαθεί να φιλοτεχνήσει. Άλλωστε οι ομόλογοί του δεν έχουν ξεχάσει την στάση του στη Συμφωνία των Πρεσπών. Στις τρεις επισκέψεις του ο πρωθυπουργός δεν αναφέρθηκε στην συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο, ενώ όταν αναφέρθηκε στις ενέργειες της γείτονος στην κυπριακή ΑΟΖ επανέλαβε απλώς την ευρωπαϊκή θέση που έχτισαν οι Αναστασιάδης και Τσίπρας στις προηγούμενες Συνόδους Κορυφής της ΕΕ και στην Σύνοδο των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου. Ούτε όμως και στο Κυπριακό αναφέρθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Φυσικά όταν ήταν στην αντιπολίτευση είχε κάνει σημαία του το Μακεδονικό, ενώ και για την συμπεριφορά της Τουρκίας επέρριπτε ευθύνη στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που “με τις αστοχίες της άφηνε περιθώριο στην Άγκυρα να κάνει την πολιτική της”.

Δείχνουν αυτά ότι καίτοι ηγείται της συντηρητικής παράταξης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όχι μόνο δεν είναι δεξιός ή εθνικιστής -όπως ανοήτως τον κατηγορεί ο ΣΥΡΙΖΑ-, αλλά κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Τα εξωτερικά θέματα τα αντιμετωπίζει σαν μία δυσάρεστη υποχρέωση. Ο κ. Μητσοτάκης έχει τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, βλέπει την εξωτερική πολιτική μέσα από το πρίσμα της οικονομίας. Προτιμά την οικονομική διπλωματία από την κλασσική εξωτερική πολιτική. Το είπε άλλωστε καθαρά στις δηλώσεις με τον Mark Rutte στην Χάγη όπου ζήτησε την τεχνογνωσία των Ολλανδών στον τομέα αυτό.

Θα ήταν ίσως μία καλή στρατηγική εάν η Ελλάδα συνόρευε με το Βέλγιο και την Ελβετία. Συνορεύει όμως με την Τουρκία και τις Βαλκανικές χώρες όπου όπως έχει αποδείξει η ιστορία οι διαφορές δεν επιλύονται με την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων.

Τα εθνικά θέματα όμως παράγουν αποτελέσματα και στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο και εκδικούνται.

Στη μεν Συμφωνία των Πρεσπών είναι αντιμέτωπος με τους “μακεδονομάχους του κόμματός του” που αναμένουν από αυτόν να μείνει στην σκληρή γραμμή. Η κωλοτούμπα που έκανε στο εξωτερικό ήδη προκαλεί δυσαρέσκεια.

Στα ελληνοτουρκικά η δεξιά πτέρυγα τον περιμένει. Όσο και αν τον προστατεύει το φιλικό περιβάλλον των ΜΜΕ κάποια στιγμή θα φανεί ότι οι προκλήσεις των Τούρκων στο Αιγαίο συνεχίζονται. Και τώρα ξεπροβάλλει και το κυπριακό όπου είναι πάντα ανοικτός ένας νέος κύκλος διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του σχεδίου Ανάν.

Ενδεικτικό της στάσης του κ. Μητσοτάκη είναι ότι το Μέγαρο Μαξίμου ούτε καν ανακοίνωσε την τηλεφωνική επικοινωνία με το Νίκο Αναστασιάδη και την συνάντησή τους την επόμενη εβδομάδα. Σε αυτά δεν θα τον βοηθήσει η οικονομική διπλωματία αλλά θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις προσδοκίες που καλλιέργησε όταν άκριτα υπερθεμάτιζε για να μαζέψει τις ψήφους των “πατριωτών”./ibna