Επικριτική παρουσιάζεται η Κομισιόν στην έκθεσή της για τη Ρουμανία σχετικά τις μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό σύστημα και στον χρηματοπιστωτικό τομέα

Επικριτική παρουσιάζεται η Κομισιόν στην έκθεσή της για τη Ρουμανία σχετικά τις μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό σύστημα και στον χρηματοπιστωτικό τομέα

Την Τετάρτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε μια έκθεση για τη Ρουμανία στην οποία εκφράζει επιφυλάξεις σχετικά με τις τροποποιήσεις που εφαρμόστηκαν στους νόμους περί δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι υπονομεύουν την ανεξαρτησία των δικαστών και των εισαγγελέων.

Σύμφωνα με την έκθεση, «οι τροποποιημένοι νόμοι περί δικαιοσύνης έχουν υπονομεύσει την ανεξαρτησία των δικαστών και των εισαγγελέων και την εμπιστοσύνη του κοινού στη δικαιοσύνη. Οι τροποποιημένοι νόμοι τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 2018. Περιέχουν ορισμένα μέτρα που αποδυναμώνουν τις νομικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, ιδίως νέες διατάξεις σχετικά με την ουσιώδη ευθύνη των δικαστών για τις αποφάσεις τους, την ίδρυση ειδικού τμήματος διώξεων για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων από τους δικαστές, ένα νέο πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης, περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης των δικαστών και εκτεταμένους λόγους ανάκλησης των μελών του Ανώτατου ∆ιοικητικού Συµβουλίου του ∆ικαστικού Σώµατος και μέτρα που αποδυναμώνουν συγκεκριμένα τους ελέγχους και τις ισορροπίες που αποτελούν τη βάση της λειτουργικής ανεξαρτησίας των εισαγγελέων.

Η άσκηση πίεσης στα βασικά θεσμικά όργανα καταπολέμησης της διαφθοράς έχει δημιουργήσει αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τη συνέχιση της αποτελεσματικότητάς τους και σχετικά με το μη αναστρέψιμο της πάταξης της διαφθοράς».

Οι αποφάσεις που λήφθηκαν πρόσφατα στον οικονομικό τομέα αποτέλεσαν επίσης το επίκεντρο των επικρίσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην έκθεσή της.

«Η Ρουμανία αντιμετωπίζει ανισορροπίες. Τα ευάλωτα σημεία συνδέονται με τις απώλειες ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος και με ένα διευρυνόμενο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στο πλαίσιο μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και ενός απρόβλεπτου επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες δημιουργούν κινδύνους για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα και ενδέχεται να βλάψουν τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξάνεται λόγω των αυξημένων εισαγωγών, κυρίως για λόγους κατανάλωσης, και προβλέπεται να διευρυνθεί περαιτέρω.

Εντούτοις, η ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ συνεπάγεται τη βελτίωση της αρνητικής Καθαρής Διεθνής Επενδυτικής Θέσης για μερικά χρόνια, αλλά αυτό ενδέχεται να αποτελέσει τροχοπέδη στη διατήρηση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και να μειώσει το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στο μέλλον.

Η ζήτηση τροφοδοτείται από την ισχυρή αύξηση των μισθών, η οποία συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις αυξήσεις των δημόσιων μισθών και του κατώτατου μισθού, γεγονός που έχει μεταφραστεί σε πολύ σημαντικές αυξήσεις του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Παρά τις απώλειες ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος, μέχρι στιγμής τα μερίδια αγοράς των εξαγωγών αυξάνονται.

Ο επεκτατικός δημοσιονομικός προσανατολισμός σε ένα πλαίσιο ισχυρής αύξησης του ΑΕΠ προβλέπεται να συνεχιστεί, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση της δυναμικής της ιδιωτικής κατανάλωσης. Επιπλέον, ο δείκτης του δημόσιου χρέους, αφού σημείωσε πτώση εδώ και μερικά χρόνια, αναμένεται να αυξηθεί.

Οι συχνές και απρόβλεπτες νομοθετικές αλλαγές συμβάλλουν σε ένα ασθενέστερο και αβέβαιο επιχειρηματικό περιβάλλον, με αρνητικές επιπτώσεις στις επιχειρηματικές αποφάσεις και τις επενδύσεις. Οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες με αντίκτυπο στους κινδύνους των τραπεζών απειλούν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα και ενδέχεται να εμποδίσουν τις επενδύσεις τόσο μέσω μιας αυστηρότερης πιστωτικής αγοράς όσο και μέσω μιας πενιχρότερης κεφαλαιαγοράς με ασθενέστερους θεσμικούς επενδυτές. Σε άλλους τομείς, η πρόοδος των μεταρρυθμίσεων έχει επιβραδυνθεί ή αντιστραφεί.», αναφέρει η έκθεση.

Σύμφωνα με την έκθεση, αυτό που ανησυχεί την Επιτροπή είναι η αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο ανήλθε στο 3,2% του ΑΕΠ το 2017, με προβλέψεις για περαιτέρω επιδείνωση. Από την άλλη πλευρά, η απρόβλεπτη χάραξη πολιτικής και η ανεπάρκεια της δημόσιας διοίκησης εμποδίζουν την ικανότητα της Ρουμανίας να ανταγωνίζεται διεθνώς και να προσελκύει επενδύσεις./ΙΒΝΑ